Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dejar helado
01
καταπλήσσω, εκπλήσσω
sorprender o impactar a alguien hasta dejarlo sin reacción
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
dejo helado
γ΄ ενικό πρόσωπο
deja helado
ενεστώτα μετοχή
dejando helado
απλός αόριστος
dejó helado
παθητική μετοχή
dejado helado
Παραδείγματα
La traición del amigo lo dejó helado.
Η προδοσία του φίλου τον άφησε κατάπληκτο.



























