Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atraído
01
πολύ ενδιαφερόμενος, παθιασμένος
muy interesado o atraído por algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más atraído
συγκριτικός βαθμός
más atraído
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
atraído
αρσενικό πληθυντικό
atraídos
θηλυκό ενικό
atraída
θηλυκό πληθυντικό
atraídas
Παραδείγματα
Está muy atraído por la música clásica.
Είναι πολύ ελκυσμένος από την κλασική μουσική.



























