Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
retraído
01
απομονωμένος, ντροπαλός
que tiende a evitar la atención o la compañía de otros, mostrando discreción o timidez
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más retraído
συγκριτικός βαθμός
más retraído
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
retraído
αρσενικό πληθυντικό
retraídos
θηλυκό ενικό
retraída
θηλυκό πληθυντικό
retraídas
Παραδείγματα
El hombre retraído prefería trabajar solo.
Ο απομονωμένος άνδρας προτιμούσε να δουλεύει μόνος.



























