retraído
ret
ˌret
ret
raí
ˈɾai
rai
do
ðo
dho
retrasado

Ορισμός και σημασία του "retraído"στα ισπανικά

01

απομονωμένος, ντροπαλός

que tiende a evitar la atención o la compañía de otros, mostrando discreción o timidez 
retraído definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más retraído
συγκριτικός βαθμός
más retraído
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
retraído
αρσενικό πληθυντικό
retraídos
θηλυκό ενικό
retraída
θηλυκό πληθυντικό
retraídas
Παραδείγματα
Siempre fue un niño retraído y callado. 

Ήταν πάντα ένα απομονωμένο και ήσυχο παιδί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store