inhibido
inh
ˌin
in
i
i
i
bi
ˈβi
bi
do
ðo
dho
indebido

Ορισμός και σημασία του "inhibido"στα ισπανικά

01

ανασταλμένος, συγκρατημένος

que muestra reservas o falta de espontaneidad en su comportamiento o expresión 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más inhibido
συγκριτικός βαθμός
más inhibido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inhibido
αρσενικό πληθυντικό
inhibidos
θηλυκό ενικό
inhibida
θηλυκό πληθυντικό
inhibidas
Παραδείγματα
Se mostró inhibido durante la reunión y apenas habló. 

Εμφανίστηκε ανασταλμένος κατά τη διάρκεια της συνάντησης και μόλις μίλησε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store