Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inhibido
01
ανασταλμένος, συγκρατημένος
que muestra reservas o falta de espontaneidad en su comportamiento o expresión
Παραδείγματα
Se siente inhibido al expresar sus sentimientos.
Αισθάνεται ανασταλμένος όταν εκφράζει τα συναισθήματά του.



























