Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inhibido
01
ανασταλμένος, συγκρατημένος
que muestra reservas o falta de espontaneidad en su comportamiento o expresión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más inhibido
συγκριτικός βαθμός
más inhibido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inhibido
αρσενικό πληθυντικό
inhibidos
θηλυκό ενικό
inhibida
θηλυκό πληθυντικό
inhibidas
Παραδείγματα
Se siente inhibido al expresar sus sentimientos.
Αισθάνεται ανασταλμένος όταν εκφράζει τα συναισθήματά του.



























