rumiar
rum
rum
room
iar
ˈjaɾ
yar
jaguarcostaranotarapoyar

Ορισμός και σημασία του "rumiar"στα ισπανικά

rumiar
01

αναλογίζομαι

pensar de forma repetitiva y persistente sobre algo, especialmente negativo 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
rumio
γ΄ ενικό πρόσωπο
rumia
ενεστώτα μετοχή
rumiando
απλός αόριστος
rumió
παθητική μετοχή
rumiado
Παραδείγματα
Pasó horas rumiando el error que había cometido. 

Πέρασε ώρες συλλογιζόμενος το λάθος που είχε κάνει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store