Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rumiar
01
αναλογίζομαι
pensar de forma repetitiva y persistente sobre algo, especialmente negativo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
rumio
γ΄ ενικό πρόσωπο
rumia
ενεστώτα μετοχή
rumiando
απλός αόριστος
rumió
παθητική μετοχή
rumiado
Παραδείγματα
Suele rumiar cuando algo no sale bien.
Συνήθως αναλογίζεται όταν κάτι δεν πάει καλά.



























