rumiar
Pronunciation
/rumjˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "rumiar"στα ισπανικά

rumiar
01

αναλογίζομαι

pensar de forma repetitiva y persistente sobre algo, especialmente negativo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
rumio
γ΄ ενικό πρόσωπο
rumia
ενεστώτα μετοχή
rumiando
απλός αόριστος
rumió
παθητική μετοχή
rumiado
Παραδείγματα
Suele rumiar cuando algo no sale bien.
Συνήθως αναλογίζεται όταν κάτι δεν πάει καλά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store