idolatrar
Pronunciation
/ˌiðolatɾˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "idolatrar"στα ισπανικά

idolatrar
01

λατρεύω

admirar o venerar a alguien excesivamente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
idolatro
γ΄ ενικό πρόσωπο
idolatra
ενεστώτα μετοχή
idolatrando
απλός αόριστος
idolatró
παθητική μετοχή
idolatrado
Παραδείγματα
Él idolatra a su abuelo por su sabiduría.
Λατρεύει τον παππού του για τη σοφία του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store