idolatrar
i
i
i
do
ðo
dho
lat
lat
lat
rar
ɾaɾ
rar
protestarperpetrarpatrullarcompletar

Ορισμός και σημασία του "idolatrar"στα ισπανικά

idolatrar
01

λατρεύω

admirar o venerar a alguien excesivamente 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
idolatro
γ΄ ενικό πρόσωπο
idolatra
ενεστώτα μετοχή
idolatrando
απλός αόριστος
idolatró
παθητική μετοχή
idolatrado
Παραδείγματα
Los fans idolatraban a la estrella de cine. 

Οι θαυμαστές λατρεύουν τον κινηματογραφικό αστέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store