Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
idolatrar
01
λατρεύω
admirar o venerar a alguien excesivamente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
idolatro
γ΄ ενικό πρόσωπο
idolatra
ενεστώτα μετοχή
idolatrando
απλός αόριστος
idolatró
παθητική μετοχή
idolatrado
Παραδείγματα
Los fans idolatraban a la estrella de cine.
Οι θαυμαστές λατρεύουν τον κινηματογραφικό αστέρα.



























