el rencor
Pronunciation
/rɛnkˈɔɾ/

Ορισμός και σημασία του "rencor"στα ισπανικά

01

μνησικακία, πικρία

sentimiento de hostilidad o resentimiento hacia alguien por algún daño recibido
el rencor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El rencor acumulado durante años finalmente salió a la luz.
Η μνησικακία που συσσωρεύτηκε κατά τη διάρκεια των ετών τελικά βγήκε στο φως.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store