Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
despojado
01
μοναχικός, εγκαταλελειμμένος
que se siente solo o desamparado, sin compañía ni apoyo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más despojado
συγκριτικός βαθμός
más despojado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
despojado
αρσενικό πληθυντικό
despojados
θηλυκό ενικό
despojada
θηλυκό πληθυντικό
despojadas
Παραδείγματα
Se sentía despojada en medio de la multitud.
Αισθανόταν γυμνή στη μέση του πλήθους.



























