Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
a la deriva
01
παρασυρόμενος, αποπροσανατολισμένος
sin rumbo claro ni control sobre una situación o la propia vida
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más a la deriva
συγκριτικός βαθμός
más a la deriva
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
a la deriva
αρσενικό πληθυντικό
a la deriva
θηλυκό ενικό
a la deriva
θηλυκό πληθυντικό
a la deriva
Παραδείγματα
Después de perder su trabajo, se sentía a la deriva.
Μετά την απώλεια της δουλειάς του, αισθανόταν να παρασύρεται.



























