exultante
ex
ˌek
ek
ul
sul
sool
tan
ˈtan
tan
te
te
te
excitante

Ορισμός και σημασία του "exultante"στα ισπανικά

01

ευφραινόμενος

que siente una alegría intensa y expresa entusiasmo o triunfo 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más exultante
συγκριτικός βαθμός
más exultante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exultante
αρσενικό πληθυντικό
exultantes
θηλυκό ενικό
exultante
θηλυκό πληθυντικό
exultantes
Παραδείγματα
Estaba exultante tras ganar la medalla de oro. 

Ήταν πανευτυχής μετά τη νίκη του στο χρυσό μετάλλιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store