Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
poner nervioso
01
κάνω κάποιον νευρικό, αγχώνω
hacer que alguien se sienta incómodo, ansioso o preocupado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
pongo nervioso
γ΄ ενικό πρόσωπο
pone nervioso
ενεστώτα μετοχή
poniendo nervioso
απλός αόριστος
puso nervioso
παθητική μετοχή
puesto nervioso
Παραδείγματα
La noticia inesperada los puso nerviosos.
Τα απρόσμενα νέα τους έκανε νευρικούς.



























