Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hiperventilar
01
υπεραερισμός
respirar rápidamente y de manera excesiva generalmente por ansiedad, miedo o esfuerzo físico
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
hiperventilo
γ΄ ενικό πρόσωπο
hiperventila
ενεστώτα μετοχή
hiperventilando
απλός αόριστος
hiperventiló
παθητική μετοχή
hiperventilado
Παραδείγματα
Hiperventilé al escuchar los gritos.
Υπερεξέπνευσα ακούγοντας τις κραυγές.



























