hiperventilar
Pronunciation
/ˌipɛɾβˌɛntilˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "hiperventilar"στα ισπανικά

hiperventilar
01

υπεραερισμός

respirar rápidamente y de manera excesiva generalmente por ansiedad, miedo o esfuerzo físico
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
hiperventilo
γ΄ ενικό πρόσωπο
hiperventila
ενεστώτα μετοχή
hiperventilando
απλός αόριστος
hiperventiló
παθητική μετοχή
hiperventilado
Παραδείγματα
Hiperventilé al escuchar los gritos.
Υπερεξέπνευσα ακούγοντας τις κραυγές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store