Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entrar el pánico
01
πανικοβάλλομαι, χάνω τον έλεγχο
sentir un miedo repentino y perder el control de las emociones o acciones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
entro en pánico
γ΄ ενικό πρόσωπο
entra en pánico
ενεστώτα μετοχή
entrando en pánico
απλός αόριστος
entró en pánico
παθητική μετοχή
entrado en pánico
Παραδείγματα
Entró en pánico al ver el fuego en el edificio.
Μπαίνω σε πανικό βλέποντας τη φωτιά στο κτίριο.



























