Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
petrificado
01
πετρωμένος
que siente miedo intenso o sorpresa que lo deja inmóvil
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más petrificado
συγκριτικός βαθμός
más petrificado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
petrificado
αρσενικό πληθυντικό
petrificados
θηλυκό ενικό
petrificada
θηλυκό πληθυντικό
petrificadas
Παραδείγματα
Los testigos quedaron petrificados ante la escena.
Οι μάρτυρες έμειναν αποσβολωμένοι μπροστά στη σκηνή.



























