la histeria
Pronunciation
/istˈɛɾja/

Ορισμός και σημασία του "histeria"στα ισπανικά

01

υστερία, υστερική κρίση

estado de excitación emocional intensa que puede causar miedo risa llanto o pérdida de control
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Los niños entraron en histeria por el juego de miedo.
Τα παιδιά μπήκαν σε υστερία λόγω του τρομακτικού παιχνιδιού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store