Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
temer
01
φοβάμαι (για)
sentir miedo o preocupación por alguien o algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
temo
γ΄ ενικό πρόσωπο
teme
ενεστώτα μετοχή
temiendo
απλός αόριστος
temió
παθητική μετοχή
temido
Παραδείγματα
Todos temían por la vida del herido.
Όλοι φοβούνταν για τη ζωή του τραυματία.



























