temer
te
te
τε
mer
ˈmeɾ
μερ
tenertejertemor

Ορισμός και σημασία του "temer"στα ισπανικά

01

φοβάμαι (για)

sentir miedo o preocupación por alguien o algo 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
temo
γ΄ ενικό πρόσωπο
teme
ενεστώτα μετοχή
temiendo
απλός αόριστος
temió
παθητική μετοχή
temido
Παραδείγματα
Temo por tu seguridad. 

Φοβάμαι για την ασφάλειά σου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store