temer
Pronunciation
/temˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "temer"στα ισπανικά

01

φοβάμαι (για)

sentir miedo o preocupación por alguien o algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
temo
γ΄ ενικό πρόσωπο
teme
ενεστώτα μετοχή
temiendo
απλός αόριστος
temió
παθητική μετοχή
temido
Παραδείγματα
Todos temían por la vida del herido.
Όλοι φοβούνταν για τη ζωή του τραυματία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store