Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reprochar
01
κατηγορώ
echar en cara a alguien una falta o error, mostrando desaprobación o resentimiento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
reprocho
γ΄ ενικό πρόσωπο
reprocha
ενεστώτα μετοχή
reprochando
απλός αόριστος
reprochó
παθητική μετοχή
reprochado
Παραδείγματα
Su madre le reprochó su falta de responsabilidad.
Η μητέρα του τον επέπληξε για την έλλειψη ευθύνης του.



























