reprochar
rep
ˈrep
rep
ro
ɾo
ro
char
ʧaɾ
char
reprobar

Ορισμός και σημασία του "reprochar"στα ισπανικά

reprochar
01

κατηγορώ

echar en cara a alguien una falta o error, mostrando desaprobación o resentimiento 
reprochar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
reprocho
γ΄ ενικό πρόσωπο
reprocha
ενεστώτα μετοχή
reprochando
απλός αόριστος
reprochó
παθητική μετοχή
reprochado
Παραδείγματα
Su madre le reprochó su falta de responsabilidad. 

Η μητέρα του τον επέπληξε για την έλλειψη ευθύνης του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store