Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alicaído
01
απογοητευμένος, αποθαρρυμένος
desanimado o abatido, especialmente después de una decepción o fracaso
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más alicaído
συγκριτικός βαθμός
más alicaído
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
alicaído
αρσενικό πληθυντικό
alicaídos
θηλυκό ενικό
alicaída
θηλυκό πληθυντικό
alicaídas
Παραδείγματα
El equipo perdió y los jugadores se fueron alicaídos del campo.
Η ομάδα έχασε και οι παίκτες έφυγαν κατενθαρρυμένοι από το γήπεδο.



























