Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desinteresado
01
αδιάφορος
que no muestra interés o curiosidad por algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más desinteresado
συγκριτικός βαθμός
más desinteresado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desinteresado
αρσενικό πληθυντικό
desinteresados
θηλυκό ενικό
desinteresada
θηλυκό πληθυντικό
desinteresadas
Παραδείγματα
El niño parece desinteresado en sus estudios.
Το παιδί φαίνεται αδιάφορο για τις σπουδές του.



























