Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
provocador
01
προκλητικός, προκαλών
que causa deliberadamente una reacción fuerte, como ira, interés o deseo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más provocador
συγκριτικός βαθμός
más provocador
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
provocador
αρσενικό πληθυντικό
provocadores
θηλυκό ενικό
provocadora
θηλυκό πληθυντικό
provocadoras
Παραδείγματα
El artículo de opinión era provocador y generó mucho debate.
Το άρθρο γνώμης ήταν προκλητικό και προκάλεσε πολλή συζήτηση.



























