provocador
Pronunciation
/pɾˌoβokaðˈɔɾ/

Ορισμός και σημασία του "provocador"στα ισπανικά

provocador
01

προκλητικός, προκαλών

que causa deliberadamente una reacción fuerte, como ira, interés o deseo
provocador definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más provocador
συγκριτικός βαθμός
más provocador
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
provocador
αρσενικό πληθυντικό
provocadores
θηλυκό ενικό
provocadora
θηλυκό πληθυντικό
provocadoras
Παραδείγματα
El artículo de opinión era provocador y generó mucho debate.
Το άρθρο γνώμης ήταν προκλητικό και προκάλεσε πολλή συζήτηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store