Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sulfurar
01
ενοχλώ, θυμώνω
irritar o enfadar a alguien de manera intensa y visible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sulfuro
γ΄ ενικό πρόσωπο
sulfura
ενεστώτα μετοχή
sulfurando
απλός αόριστος
sulfuró
παθητική μετοχή
sulfurado
Παραδείγματα
Sus mentiras constantes sulfuran a cualquiera.
Τα συνεχή ψέματά του ενοχλούν τον καθένα.



























