sulfurar
sul
ˌsul
sool
fu
fu
foo
rar
ˈɾaɾ
rar
estudiaralmorzarsobornarescampar

Ορισμός και σημασία του "sulfurar"στα ισπανικά

sulfurar
01

ενοχλώ, θυμώνω

irritar o enfadar a alguien de manera intensa y visible 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sulfuro
γ΄ ενικό πρόσωπο
sulfura
ενεστώτα μετοχή
sulfurando
απλός αόριστος
sulfuró
παθητική μετοχή
sulfurado
Παραδείγματα
Sus mentiras constantes sulfuran a cualquiera. 

Τα συνεχή ψέματά του ενοχλούν τον καθένα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store