Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sulfurar
01
ενοχλώ, θυμώνω
irritar o enfadar a alguien de manera intensa y visible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sulfuro
γ΄ ενικό πρόσωπο
sulfura
ενεστώτα μετοχή
sulfurando
απλός αόριστος
sulfuró
παθητική μετοχή
sulfurado
Παραδείγματα
Nada sulfura más al jefe que los retrasos en los proyectos.
Σουλφουράρ δεν ενοχλεί τον προϊστάμενο περισσότερο από τις καθυστερήσεις στα έργα.



























