Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bullir
01
βράζω, ζεσταίνομαι
estar en un estado de agitación o ira intensa y contenida
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
bullo
γ΄ ενικό πρόσωπο
bulle
ενεστώτα μετοχή
bullendo
απλός αόριστος
bulló
παθητική μετοχή
bullido
Παραδείγματα
La multitud bullía de indignación ante la decisión del juez.
Το πλήθος βράζει από αγανάκτηση για την απόφαση του δικαστή.



























