Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bullir
01
βράζω, ζεσταίνομαι
estar en un estado de agitación o ira intensa y contenida
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
bullo
γ΄ ενικό πρόσωπο
bulle
ενεστώτα μετοχή
bullendo
απλός αόριστος
bulló
παθητική μετοχή
bullido
Παραδείγματα
Podías verlo bullir cada vez que mencionaban el nombre de su rival.
Μπορούσες να τον δεις να βράζει κάθε φορά που αναφέραν το όνομα του αντιπάλου του.



























