Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sermonear
01
κηρύττω, επιπλήττω
regañar o criticar a alguien de manera prolongada y moralizante
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sermoneo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sermonea
ενεστώτα μετοχή
sermoneando
απλός αόριστος
sermoneó
παθητική μετοχή
sermoneado
Παραδείγματα
Mi madre me sermoneó durante una hora por llegar tarde.
Η μητέρα μου μου έκανε κήρυγμα για μια ώρα επειδή άργησα.



























