Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sermonear
01
κηρύττω, επιπλήττω
regañar o criticar a alguien de manera prolongada y moralizante
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sermoneo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sermonea
ενεστώτα μετοχή
sermoneando
απλός αόριστος
sermoneó
παθητική μετοχή
sermoneado
Παραδείγματα
¿ Por qué me sermoneas? Yo no fui el único responsable.
Γιατί μου κάνεις κήρυγμα; Δεν ήμουν ο μόνος υπεύθυνος.



























