Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
echar humo
01
καπνίζω από θυμό, είμαι εξοργισμένος
estar extremadamente enfadado o furioso, mostrando la ira de forma visible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
echo humo
γ΄ ενικό πρόσωπο
echa humo
ενεστώτα μετοχή
echando humo
απλός αόριστος
echó humo
παθητική μετοχή
echado humo
Παραδείγματα
Echa humo cada vez que alguien llega tarde a su reunión.
Βγάζει καπνό κάθε φορά που κάποιος αργεί στη συνάντησή του.



























