echar humo
e
e
e
char
ˈʧaɾ
char
hu
u
oo
mo
mo
mo

Ορισμός και σημασία του "echar humo"στα ισπανικά

echar humo
01

καπνίζω από θυμό, είμαι εξοργισμένος

estar extremadamente enfadado o furioso, mostrando la ira de forma visible 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
echo humo
γ΄ ενικό πρόσωπο
echa humo
ενεστώτα μετοχή
echando humo
απλός αόριστος
echó humo
παθητική μετοχή
echado humo
Παραδείγματα
Echa humo cada vez que alguien llega tarde a su reunión. 

Βγάζει καπνό κάθε φορά που κάποιος αργεί στη συνάντησή του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store