apoplético
a
a
a
po
po
po
plé
ˈple
ple
ti
ti
ti
co
ko
ko
energéticodietéticosintéticopolifacético

Ορισμός και σημασία του "apoplético"στα ισπανικά

apoplético
01

αποπληκτικός, οργισμένος

que está en un estado de furia extrema e incontrolable 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más apoplético
συγκριτικός βαθμός
más apoplético
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
apoplético
αρσενικό πληθυντικό
apopléticos
θηλυκό ενικό
apoplética
θηλυκό πληθυντικό
apopléticas
Παραδείγματα
Su padre se puso apoplético cuando vio las notas. 

Ο πατέρας του έγινε αποπληκτικός όταν είδε τους βαθμούς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store