tempestuoso
tem
ˌtem
tem
pest
pest
pest
uo
ˈwo
vo
so
so
so
sustanciosoquejumbrosoestruendosoprestigioso

Ορισμός και σημασία του "tempestuoso"στα ισπανικά

tempestuoso
01

θυελλώδης, ταραχώδης

que es violento, agitado o marcado por emociones intensas y conflictivas 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más tempestuoso
συγκριτικός βαθμός
más tempestuoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
tempestuoso
αρσενικό πληθυντικό
tempestuosos
θηλυκό ενικό
tempestuosa
θηλυκό πληθυντικό
tempestuosas
Παραδείγματα
Su relación fue tempestuosa y llena de discusiones. 

Η σχέση τους ήταν θυελλώδης και γεμάτη διαφωνίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store