Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tempestuoso
01
θυελλώδης, ταραχώδης
que es violento, agitado o marcado por emociones intensas y conflictivas
Παραδείγματα
El debate político se tornó tempestuoso.
Η πολιτική συζήτηση έγινε θυελλώδης.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
θυελλώδης, ταραχώδης