Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cascarrabias
01
γκρινιάρης, δύστροπος
ue tiene un carácter irritable, malhumorado y que se queja con facilidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cascarrabias
συγκριτικός βαθμός
más cascarrabias
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cascarrabias
αρσενικό πληθυντικό
cascarrabias
θηλυκό ενικό
cascarrabias
θηλυκό πληθυντικό
cascarrabias
Παραδείγματα
El guardia del parque tiene fama de cascarrabias.
Ο φύλακας του πάρκου έχει φήμη γκρινιάρη.



























