cascarrabias
cas
ˌkas
kas
ca
ka
ka
rrab
ˈraβ
rab
ias
jas
yas

Ορισμός και σημασία του "cascarrabias"στα ισπανικά

cascarrabias
01

γκρινιάρης, δύστροπος

ue tiene un carácter irritable, malhumorado y que se queja con facilidad 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cascarrabias
συγκριτικός βαθμός
más cascarrabias
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cascarrabias
αρσενικό πληθυντικό
cascarrabias
θηλυκό ενικό
cascarrabias
θηλυκό πληθυντικό
cascarrabias
Παραδείγματα
Mi vecino es un viejo cascarrabias. 

Ο γείτονάς μου είναι ένας γέρος γκρινιάρης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store