Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
confrontacional
01
αντιπαραθετικός, επιθετικός
que tiende o busca el enfrentamiento, la discusión o el conflicto abierto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más confrontacional
συγκριτικός βαθμός
más confrontacional
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
confrontacional
αρσενικό πληθυντικό
confrontacionales
θηλυκό ενικό
confrontacional
θηλυκό πληθυντικό
confrontacionales
Παραδείγματα
Evita el tono confrontacional para mantener la paz.
Αποφεύγει τον αντιπαραθετικό τόνο για να διατηρήσει την ειρήνη.



























