Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El resentimiento
01
πικρία
un sentimiento duradero de enojo o amargura hacia alguien por una ofensa o perjuicio real o imaginario
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Su resentimiento hacia su hermano era evidente.
Η δυσαρέσκειά της προς τον αδερφό της ήταν εμφανής.



























