Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El intervencionista
01
παρεμβατικός, υποστηρικτής του παρεμβατισμού
una persona, especialmente un político o gobierno, que defiende o practica la intervención activa en asuntos ajenos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
intervencionistas
Παραδείγματα
El intervencionista defendió la acción militar.
Ο επεμβατιστής υπερασπίστηκε τη στρατιωτική δράση.



























