centralista
cent
θent
θεντ
ra
ɾa
ρα
lis
ˈlis
λισ
ta
ta
τα
centralitacentrista

Ορισμός και σημασία του "centralista"στα ισπανικά

centralista
01

κεντρικός, κεντριστικός

que defiende o se basa en la concentración del poder en un gobierno central 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
el más centralista
συγκριτικός βαθμός
más centralista
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
centralista
αρσενικό πληθυντικό
centralistas
θηλυκό ενικό
centralista
θηλυκό πληθυντικό
centralistas
θεματικό πεδίο
política, gobierno, ideología
Παραδείγματα
Su visión centralista del estado choca con las demandas regionales. 

Η κεντρική του οπτική του κράτους συγκρούεται με τις περιφερειακές απαιτήσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store