Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El simpatizante
01
συμπαθών, υποστηρικτής
una persona que apoya o siente afinidad por una idea, persona o grupo, especialmente político
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
simpatizantes
Παραδείγματα
Es un simpatizante de las políticas ambientales del partido.
Είναι συμπαθών των περιβαλλοντικών πολιτικών του κόμματος.



























