Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prorrogar
01
παρατείνω, αναβάλλω
extender o prolongar la duración de algo, especialmente un plazo o una sesión parlamentaria
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
prorrogo
γ΄ ενικό πρόσωπο
prorroga
ενεστώτα μετοχή
prorrogando
απλός αόριστος
prorrogó
παθητική μετοχή
prorrogado
Παραδείγματα
El parlamento votó para prorrogar sus sesiones.
Το κοινοβούλιο ψήφισε για παράταση των συνεδριάσεών του.



























