Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
geopolítico
01
γεωπολιτικός
relacionado con la influencia de la geografía en la política y las relaciones internacionales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
geopolítico
αρσενικό πληθυντικό
geopolíticos
θηλυκό ενικό
geopolítica
θηλυκό πληθυντικό
geopolíticas
Παραδείγματα
El cambio geopolítico alteró los equilibrios.
Η γεωπολιτική αλλαγή άλλαξε τις ισορροπίες.



























