Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El acuerdo de Schengen
01
συμφωνία Σένγκεν, συνθήκη Σένγκεν
un tratado europeo que suprime los controles fronterizos entre países miembros
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
acuerdos de Schengen
Παραδείγματα
El acuerdo de Schengen permite viajar sin pasaporte.
Η Συμφωνία Σένγκεν επιτρέπει ταξίδια χωρίς διαβατήριο.



























