Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El unilateralista
01
μονομερής, υποστηρικτής της μονομερούς δράσης
una persona o país que actúa solo, sin consultar a otros
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
unilateralistas
Παραδείγματα
Es un unilateralista en política exterior.
Είναι μονομερής στην εξωτερική πολιτική.



























