la autonomía
au
ˌaʊ
aw
to
to
to
nom
ˈnomi
nomi
ía
a
a
filosofíaetnologíageriatríapediatría

Ορισμός και σημασία του "autonomía"στα ισπανικά

01

αυτονομία, αυτοδιοίκηση

la capacidad o derecho de una región o grupo de gobernarse a sí mismo 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La región tiene amplia autonomía política. 

Η περιοχή έχει ευρεία πολιτική αυτονομία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store