Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La autonomía
01
αυτονομία, αυτοδιοίκηση
la capacidad o derecho de una región o grupo de gobernarse a sí mismo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La región tiene amplia autonomía política.
Η περιοχή έχει ευρεία πολιτική αυτονομία.



























