Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El servicio diplomático
01
διπλωματική υπηρεσία, διπλωματικό σώμα
la profesión y el cuerpo de funcionarios que representan a un país en el extranjero
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Ingresó en el servicio diplomático hace diez años.
Μπήκε στην διπλωματική υπηρεσία πριν από δέκα χρόνια.



























