Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
internacionalmente
01
διεθνώς, σε διεθνές επίπεδο
de una manera que involucra o es conocida por varios países
Παραδείγματα
Su libro se publicó internacionalmente.
Το βιβλίο του εκδόθηκε διεθνώς.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
διεθνώς, σε διεθνές επίπεδο