Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La administración pública
01
δημόσια διοίκηση, δημόσια διαχείριση
el conjunto de organismos y funcionarios que gestionan los servicios del estado
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Trabaja en la administración pública desde hace años.
Δουλεύει στη δημόσια διοίκηση εδώ και χρόνια.



























