cleptocrático
Pronunciation
/klˌepːtɔkɾˈatiko/

Ορισμός και σημασία του "cleptocrático"στα ισπανικά

cleptocrático
01

κλεπτοκρατικός, ληστρικός (κυβέρνηση)

relacionado con un gobierno cuyos líderes roban la riqueza pública
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cleptocrático
αρσενικό πληθυντικό
cleptocráticos
θηλυκό ενικό
cleptocrática
θηλυκό πληθυντικό
cleptocráticas
Παραδείγματα
Las instituciones cleptocráticas no sirven al pueblo.
Οι κλεπτοκρατικές θεσμοί δεν υπηρετούν το λαό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store