Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cleptocrático
01
κλεπτοκρατικός, ληστρικός (κυβέρνηση)
relacionado con un gobierno cuyos líderes roban la riqueza pública
Παραδείγματα
Las instituciones cleptocráticas no sirven al pueblo.
Οι κλεπτοκρατικές θεσμοί δεν υπηρετούν το λαό.



























