Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
saliente
01
αποχωρών, εξερχόμενος
que está a punto de terminar un cargo o período
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más saliente
συγκριτικός βαθμός
más saliente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
saliente
αρσενικό πληθυντικό
salientes
θηλυκό ενικό
saliente
θηλυκό πληθυντικό
salientes
Παραδείγματα
El consejo saliente aprobó el presupuesto final.
Το αποχωρούν συμβούλιο εγκρίνει τον τελικό προϋπολογισμό.



























