saliente
sal
ˈsal
σαλ
ien
jen
γεν
te
te
τε
parientetangenteinocentereciente

Ορισμός και σημασία του "saliente"στα ισπανικά

01

αποχωρών, εξερχόμενος

que está a punto de terminar un cargo o período 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más saliente
συγκριτικός βαθμός
más saliente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
saliente
αρσενικό πληθυντικό
salientes
θηλυκό ενικό
saliente
θηλυκό πληθυντικό
salientes
θεματικό πεδίο
término, cargo, período
Παραδείγματα
El presidente saliente dio su último discurso. 

Ο αποχωρών πρόεδρος έδωσε την τελευταία του ομιλία.

01

parte de una superficie que sobresale o queda más avanzada  que el resto 

γραμματικές πληροφορίες
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El escalador descansó en un saliente de la roca. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store