Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
saliente
01
αποχωρών, εξερχόμενος
que está a punto de terminar un cargo o período
Παραδείγματα
El consejo saliente aprobó el presupuesto final.
Το αποχωρούν συμβούλιο εγκρίνει τον τελικό προϋπολογισμό.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αποχωρών, εξερχόμενος