Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La mayoría absoluta
01
απόλυτη πλειοψηφία, απόλυτη πλειοψηφία
más de la mitad de todos los votos o escaños posibles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Ganó la presidencia por mayoría absoluta.
Κέρδισε την προεδρία με απόλυτη πλειοψηφία.



























