el derecho al voto
de
de
re
ˈɾɛ
re
cho
ʧo
cho
al
al
al
vo
βo
bo
to
to
to

Ορισμός και σημασία του "derecho al voto"στα ισπανικά

El derecho al voto
01

δικαίωμα ψήφου, δικαίωμα εκλέγειν

el poder legal de una persona para votar en elecciones públicas 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El derecho al voto es fundamental en una democracia. 

Το δικαίωμα ψήφου είναι θεμελιώδες σε μια δημοκρατία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store