Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El derecho al voto
01
δικαίωμα ψήφου, δικαίωμα εκλέγειν
el poder legal de una persona para votar en elecciones públicas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El derecho al voto es un privilegio y una responsabilidad.
Το δικαίωμα ψήφου είναι ένα προνόμιο και μια ευθύνη.



























