el derecho al voto
Pronunciation
/dɛɾˈɛtʃo al βˈoto/

Ορισμός και σημασία του "derecho al voto"στα ισπανικά

El derecho al voto
01

δικαίωμα ψήφου, δικαίωμα εκλέγειν

el poder legal de una persona para votar en elecciones públicas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El derecho al voto es un privilegio y una responsabilidad.
Το δικαίωμα ψήφου είναι ένα προνόμιο και μια ευθύνη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store