Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hacer campaña
01
κάνω προεκλογική εκστρατεία
realizar actividades organizadas para obtener votos o apoyo político antes de una elección
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
hago campaña
γ΄ ενικό πρόσωπο
hace campaña
ενεστώτα μετοχή
haciendo campaña
απλός αόριστος
hizo campaña
παθητική μετοχή
hecho campaña
Παραδείγματα
Los candidatos hacen campaña en la plaza.
Οι υποψήφιοι κάνουν εκστρατεία στην πλατεία.



























