confinar
Pronunciation
/kˌɔmfinˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "confinar"στα ισπανικά

confinar
01

απομονώνω, θέτω σε καραντίνα

restringir el movimiento de personas dentro de un área o edificio, generalmente por seguridad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
confino
γ΄ ενικό πρόσωπο
confina
ενεστώτα μετοχή
confinando
απλός αόριστος
confinó
παθητική μετοχή
confinado
Παραδείγματα
Confinaron el centro comercial temporalmente.
Έκλεισαν προσωρινά το εμπορικό κέντρο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store