confinar
con
kom
kom
fi
fi
fi
nar
ˈnaɾ
nar
confiscarcombinarcondonarconminar

Ορισμός και σημασία του "confinar"στα ισπανικά

confinar
01

απομονώνω, θέτω σε καραντίνα

restringir el movimiento de personas dentro de un área o edificio, generalmente por seguridad 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
confino
γ΄ ενικό πρόσωπο
confina
ενεστώτα μετοχή
confinando
απλός αόριστος
confinó
παθητική μετοχή
confinado
Παραδείγματα
Confinaron el edificio por una amenaza. 

Έκλεισαν το κτίριο λόγω απειλής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store