Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
confinar
01
απομονώνω, θέτω σε καραντίνα
restringir el movimiento de personas dentro de un área o edificio, generalmente por seguridad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
confino
γ΄ ενικό πρόσωπο
confina
ενεστώτα μετοχή
confinando
απλός αόριστος
confinó
παθητική μετοχή
confinado
Παραδείγματα
Confinaron el centro comercial temporalmente.
Έκλεισαν προσωρινά το εμπορικό κέντρο.



























