el asedio
a
a
a
sed
ˈseð
sedh
io
jo
yo
remediomediointermedio

Ορισμός και σημασία του "asedio"στα ισπανικά

01

πολιορκία

una operación militar o policial donde se rodea un lugar para aislarlo y forzar la rendición de los que están dentro 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
asedios
Παραδείγματα
El asedio al edificio duró tres días. 

Η πολιορκία του κτιρίου διήρκησε τρεις ημέρες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store