Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El asedio
01
πολιορκία
una operación militar o policial donde se rodea un lugar para aislarlo y forzar la rendición de los que están dentro
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
asedios
Παραδείγματα
El asedio al edificio duró tres días.
Η πολιορκία του κτιρίου διήρκησε τρεις ημέρες.



























