Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El asedio
01
πολιορκία
una operación militar o policial donde se rodea un lugar para aislarlo y forzar la rendición de los que están dentro
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
asedios
Παραδείγματα
El asedio causó una crisis humanitaria.
Η πολιορκία προκάλεσε μια ανθρωπιστική κρίση.



























