el gas lacrigeno
gas
gas
γκασ
lac
lak
λακ
ri
ɾi
ρι
mo
μο
ge
xe
χε
no
no
νο

Ορισμός και σημασία του "gas lacrimógeno"στα ισπανικά

El gas lacrimógeno
01

δακρυγόνο αέριο

un compuesto químico que se dispersa en el aire para causar irritación en los ojos, la piel y el sistema respiratorio 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
gases lacrimógenos
Παραδείγματα
La policía lanzó gas lacrimógeno a la multitud. 

Η αστυνομία έριξε δακρυγόνα στο πλήθος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store