la patrulla
pat
pat
pat
ru
ˈɾu
roo
lla
ʎa
lia
grulla

Ορισμός και σημασία του "patrulla"στα ισπανικά

01

περίπολος, περίπολο

un grupo de personas o vehículos que vigilan o recorren un área para mantener el orden o la seguridad 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
patrullas
Παραδείγματα
La patrulla de policía pasa cada hora. 

Η περιπολία της αστυνομίας περνά κάθε ώρα.

02

αυτοκίνητο περιπολίας, αστυνομικό αυτοκίνητο

un automóvil oficial de la policía, usado por un pequeño equipo para patrullar y responder a llamadas 
Παραδείγματα
La patrulla estacionó frente al banco. 

Το περιπολικό παρκάρει μπροστά από την τράπεζα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store