acordonar
Pronunciation
/ˌakɔɾðonˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "acordonar"στα ισπανικά

acordonar
01

αποκλείω, περικυκλώνω

cerrar o rodear un área con una barrera física o personal para impedir el acceso
acordonar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
acordono
γ΄ ενικό πρόσωπο
acordona
ενεστώτα μετοχή
acordonando
απλός αόριστος
acordonó
παθητική μετοχή
acordonado
Παραδείγματα
Acordonaron el lugar del accidente.
Περιφράσσω τον τόπο του ατυχήματος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store