Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acordonar
01
αποκλείω, περικυκλώνω
cerrar o rodear un área con una barrera física o personal para impedir el acceso
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
acordono
γ΄ ενικό πρόσωπο
acordona
ενεστώτα μετοχή
acordonando
απλός αόριστος
acordonó
παθητική μετοχή
acordonado
Παραδείγματα
Acordonaron el lugar del accidente.
Περιφράσσω τον τόπο του ατυχήματος.



























